δέρμα

τὸ δέρμα, ατος кожа (ср. мед. дерматология наука о болезнях кожи; дерматин ←δερμάτινος) (syn. χρώς)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "δέρμα" в других словарях:

  • δέρμα — skin neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέρμα — I (Ανατ.).Προστατευτικό όργανο (πάχους 0,5 4 χιλιοστών), που καλύπτει ολόκληρη την επιφάνεια του σώματος και μεταπίπτει, κατά τις φυσικές οπές του, στους βλεννογόνους. Αποτελείται από ένα λεπτό επιφανειακό στρώμα επιθηλιακού ιστού, την επιδερμίδα …   Dictionary of Greek

  • δέρμα — το το φυσικό κάλυμμα του σώματος ανθρώπου και ζώων, το πετσί, το τομάρι, η προβιά: Είναι φτιαγμένο από δέρμα βούβαλου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δέρμα — [дэрма] ουσ. о. кожа, шкура …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Ὄστι ἔτ’ ἦς καὶ δέρμα. — См. Кости да кожа …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • γούνα — Δέρμα μαστοφόρου που το τρίχωμά του γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας με σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως ένδυμα καθώς και για φοδράρισμα ή στόλισμα ενδυμάτων. Η γ. είναι συνήθως πιο σκούρα στην πλάτη παρά στα πλευρά ή στην κοιλιά του ζώου. Συνήθως στις …   Dictionary of Greek

  • περγαμηνή — Δέρμα, συνήθως από πρόβατο, κατεργασμένο κατάλληλα ώστε να χρησιμοποιείται για διάφορες χρήσεις (όπως η βιβλιοδεσία, η μικρογραφία κλπ.), αλλά κυρίως για τη γραφή ή εκτύπωση πολυτελών εκδόσεων. Χειρόγραφη προκήρυξη σε περγαμηνή του Δόγη της… …   Dictionary of Greek

  • δέρμ' — δέρμα , δέρμα skin neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δερμάτων — δέρμα skin neut gen pl δερματόω to be turned into hide imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) δερματόω to be turned into hide imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέρμασι — δέρμα skin neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέρμασιν — δέρμα skin neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.